ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
—٠—
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Ἀριθμ. Πρωτ.: 493
Χριστούγεννα 2025
Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ 11η
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Ν Ι Κ Η Φ Ο Ρ Ο Σ
Πρός
Τόν Ἱερό Κλῆρο, τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες
καί τόν εὐσεβῆ Λαό τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνατέλλει καὶ πάλιν ἐμπρός μας ὡς φῶς ἐλπιδοφόρο, ὡς πρόσκληση ζωῆς καὶ σωτηρίας. Ὁ ἄχρονος Υἱός τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, γίνετα ἕνας ἀπό ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ζωή ποὺ δὲν τελειώνει.
Περιχαρής ἐπικοινωνῶ μαζί Σας τούτη τήν ἅγια Νύκτα τῶν Χριστουγέννων, γιά νά ζήσω καί νά μοιραστῶ μαζί Σας τήν ἀπερίγραπτη εὐφροσύνη τοῦ Παραδείσου, ὁ ὁποῖος ἄνοιξε σήμερα γιά ὅλους μας ἀπό τόν τικτόμενο ὡς βρέφος στήν Βηθλεέμ.
Παράδεισος εἶναι ἡ ἀδιατάρακτη καί ἀδιάσπαστη σχέση, ἡ ἀγαπητική κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Παράδεισος εἶναι ἡ Βηθλεέμ, γιατί ἐκεῖ, μέσα στό ταπεινό Σπήλαιο καί στή Φάτνη τῶν ἀλόγων, ὁ καθαρώτατος Θεός ἀναλαμβάνει ἐπάνω Του τήν ἀνθρώπινη φύση, ἑνώνεται μαζί της ἀδιαίρετα, ἀσύγχυτα, ἀχώριστα καί ἀναλλοίωτα καί ἀποκαθιστᾶ τήν κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων, τήν διασαλευθεῖσα μέ τήν ὑπαιτιότητα τῶν ἀνυπάκουων πρωτοπλάστων Ἀδάμ καί Εὔας.
Παράδεισος ἀναδείχθηκε ἡ τόν ἀχώρητον Θεόν χωρήσασα γαστέρα τῆς Παναγίας μας, διότι ἐκ τῶν ἁγνῶν καί παρθενικῶν αἱμάτων Της καί ἐκ πνεύματος Ἁγίου ἐκυοφόρησε καί ἔτεκε Θεόν τε καί ἄνθρωπον, τόν Ἐμμανουήλ, πού σημαίνει ἀνάμεσά μας καί μαζί μας ὁ Θεός.
Παράδεισος εἶναι ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο θεληματικά καί ἐλεύθερα ἐνταχθήκαμε μέ τό βάπτισμά μας καί γίναμε μέλη τοῦ θείου αὐτοῦ Σώματος, τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Θεανθρώπινου καί σωτήριου Ὀργανισμοῦ.
Στήν ἁγία μας Ἐκκλησία μυστικῷ, ἀλλά καί πραγματικῷ, οὐσιαστικῷ καί ὄχι φανταστικῷ τῷ τρόπῳ, ζοῦμε τήν ἀλληλοπεριχώρηση καί τήν ἑνότητα μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο, μέ τόν σύνδεσμο τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης.
Παράδεισος εἶναι ἡ θεία μας Λειτουργία, στήν ὁποία μᾶς προσφέρεται ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός καί μεῖς, ἀποδεχόμενοι τήν προσφορά Του, Τοῦ προσφέρουμε τά δῶρα μας καί τήν ὕπαρξή μας ὁλάκερη.
Ὑμνολογοῦντες καί ψάλλοντες στή σύναξή μας τή λειτουργική, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, καί κοινωνοῦντες τό ἅγιο Σῶμα Του καί τό τίμιο Αἷμα Του, ἔχουμε ἀνάμεσά μας ἀλλά καί στίς καρδιές μας τό Θεό κατοικοῦντα καί μένοντα.
Παράδεισος εἶναι ἡ ζωή μας ἡ καθημερινή, ὅταν ὅμως ζοῦμε ἐκκλησιαστικά· δηλαδή μέ τό Χριστό καί γιά τό Χριστό καί τίς ἅγιες ἐντολές Του καί μέ τούς συνανθρώπους μας καί γιά τούς συνανθρώπους μας.
Ὅμως, ἀδελφοί καί τέκνα μου, στὴν ἐποχὴ μας, ποὺ ὁ κόσμος μοιάζει νὰ σείεται ἀπὸ ἀβεβαιότητες καὶ ἀγωνίες, ὁ ἄνθρωπος νοιώθει ὅσο ποτέ ἄλλοτε τὴν ἐσωτερικὴ του γυμνότητα. Καταλαβαίνει ὅτι, παρά τὴν ὑπερπληθώρα ἀγαθῶν, ἡ καρδιά του μένει κενούμενη, ἀσύνακτη, πληγωμένη. Ἀνάμεσα στὴν πολυφωνία τῶν ἐρεθισμάτων καὶ στὴν ὀδυνηρὴ μοναξιὰ τῶν ψυχῶν, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀναζητεῖ ἐκ βαθέων τὴν ἐπανεύρεση μιᾶς ἀρμονίας ποὺ χάθηκε, ἑνὸς νοήματος ποὺ σκορπίσθηκε, μιᾶς πατρίδας πνευματικῆς ποὺ ἔπαψε νὰ εἶναι ὁρατή. Ἐπιθυμεῖ ἕναν τόπο ἀληθινῆς χαρᾶς καί ἡσυχίας, ἕναν χῶρο ὅπου ἡ καρδιὰ θὰ ἀναπαύεται. Καὶ ἔτσι, χωρὶς πάντα νὰ τὸ ὁμολογεῖ, ἀναζητεῖ τὴν ἀπωλεσμένη ἐκείνη μακαριότητα τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό‧ ἀναζητεῖ τὸν χαμένο Παράδεισο!
Καὶ τὰ Χριστούγεννα ἔρχονται γιὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσουν ὅτι ὅλα αὐτά πού μέχρι τώρα ἀναφέραμε καί τά ὁποῖα ζοῦμε ἤ πού καλούμαστε νά ζήσουμε στή γῆ, ὅσα ἀγγίζουμε καὶ ἀπολαμβάνουμε, ὅσα ὑπομένουμε καὶ σταυρωνόμαστε, εἶναι μόνον πρόγευση, πρόλαμψη, ἀπαρχὴ καὶ προοίμιο τῆς μελλούσης δόξης. Ὁ ἀληθινός Παράδεισος δὲν εἶναι ἐπίγειος τόπος· οὔτε ἐδῶ ἀναπαύεται πλήρως ἡ ψυχή· οὔτε σὲ τούτη τὴ γῆ ὁλοκληρώνονται οἱ ἐλπίδες μας. Ὁ κόσμος τοῦτος, ὅσο καὶ ἂν ὁμορφαίνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου, παραμένει «σκιά καὶ ὄναρ», πρόσκαιρος καὶ φθαρτός. Ὁ ἀληθινὸς Παράδεισος, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐμπειρία μέλλουσα, ἀναμενόμενη, ὑπεσχημένη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Μὲ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀνοίγει ἐμπρός μας ὁ δρόμος, ἀνοίγει ἡ θύρα τῆς Βασιλείας Του, ἀλλὰ τὸ πλήρωμα θὰ ἔλθει ὅταν ἐκεῖνος ἐπανέλθει ἐν δόξῃ.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς ζωντανό Σῶμα Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς πορεύεται μὲ λαχτάρα πρὸς τὰ Ἔσχατα. Ἡ προσδοκία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου δὲν ἀποτελεῖ φόβο, ἀλλὰ χαρμόσυνη προσμονή. Ἡ μυστικὴ προσευχὴ τῆς καρδιᾶς τῶν πιστῶν ἀναπέμπεται διαρκῶς: «Ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ». Καὶ ἡ σημερινὴ ἑορτή γίνεται ἐμπειρία αὐτῆς τῆς προσδοκίας. Ὁ Χριστὸς, ποὺ γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ, εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ θὰ ἔλθει καὶ πάλιν ὡς Κριτὴς τῆς Οἰκουμένης, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει τὴν κτίση, γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀδικία, γιὰ νὰ χαρίσει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀθανασία ποὺ χάθηκε, γιὰ νὰ δώσει τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς ποὺ ἡ καρδιά μας διψᾶ.
Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ γίνεται, ἑπομένως, γιορτὴ ἐλπίδας καὶ προσανατολισμοῦ. Μᾶς μαθαίνει νὰ ζοῦμε μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο πρὸς τὸν Θεό‧ νὰ πορευόμαστε ὄχι ὡς δεσμῶτες τοῦ παρόντος, ἀλλὰ ὡς ταξιδιῶτες τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Μᾶς διδάσκει νὰ ἀντικρίζουμε τὸν κόσμο μὲ φῶς, νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἐλπίζουμε, νὰ ἀναμένουμε τὸν Κύριο. Ὅ,τι ὡραῖο γευόμαστε σὲ τούτη τὴ ζωή, εἶναι ἀπλὴ ἀκτίνα ἀπὸ τὸ φῶς τῆς βασιλικῆς χαρᾶς· καὶ ὅ,τι δύσκολο σηκώνουμε, γίνεται δρόμος καθάρσεως καὶ ταπεινώσεως, ποὺ ἀνοίγει τὴν καρδιὰ στὴν μέλλουσα δόξα. Καὶ ὅταν ἡ καρδιά μας ζεσταίνεται ἀπὸ τὴν ταπεινή φάτνη, τότε γεμίζουμε μὲ βεβαιότητα ὅτι ὁ κόσμος δὲν ὁδηγεῖται στὸ χάος, ἀλλὰ πορεύεται μυστικὰ, μέσα ἀπὸ τίς διακυμάνσεις τῆς ζωῆς, πρὸς τὴν ἔνδοξη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἀς μὴν περιμένουμε, λοιπόν, ἐδῶ τὸν τέλειο Παράδεισο. Δὲν θὰ τὸν ἀνακαλύψουμε σὲ κανένα ἐπίγειο σύστημα, σὲ καμία τεχνολογικὴ πρόοδο, σὲ καμία κοινωνική μεταρρύθμιση. Ὁ Παράδεισος ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος. Ἔρχεται ὡς Πρόσωπο, ὡς Ἀγάπη, ὡς Ἔλεος, ὡς Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση.
Ὁ Παράδεισος, πού – ὅπως εἴπαμε – ἄνοιξε σήμερα καί πάλι μέ τή Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, δέν κατακτιέται, ἀλλά κληρονομεῖται σ’ ὅσους ἀνθρώπους ἀποδέχθηκαν τή θεία υἱοθεσία, τήν ὁποία παρέχει δωρεάν ὁ Σαρκωθείς Θεός, πού δικαιοῦται τήν ἀφοσίωσή μας καί τή λατρεία μας.
Αὐτή τήν ἀνεκτίμητη κληρονομιά, τόν Παράδεισο, εὔχομαι σέ ὅλους μας καί Σᾶς ἀσπάζομαι φιλήματι Ἁγίῳ.
Μετά πολλῆς πατρικῆς ἀγάπης καί στοργῆς
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ
† ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ


